Μήπως ο decaf αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία;

Μήπως ο decaf αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία;

Ο ντεκαφεϊνέ (decaf) ήταν κάποτε “ουραγός” στη βιομηχανία του καφέ. Για μεγάλο μέρος της ιστορίας της, η κατηγορία αυτή του καφέ είχε “κακή” φήμη με τους πολέμιούς της να υποστηρίζουν ότι χρησιμοποιούνταν χαμηλής ποιότητας πράσινοι κόκκοι, επιθετική χημική επεξεργασία και over-roasted κόκκοι.

 

Ωστόσο, η νοοτροπία αυτή φαίνεται να έχει εξασθενίσει τα τελευταία χρόνια. Οι decaf κερδίζουν πλέον το US Brewers Cup και έχουν αποκτήσει τις δικές τους υποκατηγορίες σε διαγωνισμούς καβουρδίσματος.

Καθώς τα εργοστάσια αποκαφεϊνοποίησης επενδύουν σε εγκαταστάσεις με σκοπό την κλιμάκωση και τη βελτίωση των μεθόδων επεξεργασίας, είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε αν οι roasters και οι καφετέριες συμβαδίζουν με τα νέα πρότυπα για τον decaf.

 

Ενώ οι νεότεροι καταναλωτές καθοδηγούν την τάση στην κατανάλωση, η επιθυμία για έλεγχο της πρόσληψης καφεΐνης αυξάνεται, με την πιο πρόσφατη έκθεση «Voice of the Consumer: Consumer Health» της Euromonitor International να διαπιστώνει ότι το ενδιαφέρον για μείωση ή εξάλειψη της καφεΐνης έφτασε σε επίπεδο ρεκόρ το 2024, καθώς δηλώθηκε από το 46% των ερωτηθέντων της έρευνας. Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές επιλέγουν τον ντεκαφεϊνέ τόσο για τη γεύση του όσο και για το πόσο καφεΐνη  θέλουν να καταναλών ουν κατά τη διάρκεια της ημέρας – ένα σημείο που οι επιχειρήσεις καφέ συχνά παραβλέπουν.

Η ζήτηση για ντεκαφεϊνέ αυξάνεται παγκοσμίως, με την έκθεση National Coffee Data Trends Spring 2025 να δείχνει ότι το μερίδιο του ντεκαφεϊνέ στην κατανάλωση καφέ στις ΗΠΑ αυξήθηκε από 9% το 2024 σε 12% το 2025, ενώ στην Ευρώπη η Mintel αναφέρει ότι ένας στους πέντε καταναλωτές καφέ στο Ηνωμένο Βασίλειο επιλέγει τακτικά ντεκαφεϊνέ, την ίδια στιγμή που η αγορά της Ασίας-Ειρηνικού αναπτύσσεται με τον ταχύτερο ρυθμό. Ωστόσο, η προσφορά δεν μπορεί να συμβαδίσει με τη ζήτηση, ιδιαίτερα στην Κολομβία, καθώς οι έμποροι συχνά αποστέλλουν μεγαλύτερους όγκους από το συνηθισμένο για να εξασφαλίσουν θέσεις επεξεργασίας αποκαφεϊνοποίησης, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει συμφόρηση και καθυστερήσεις, ρισκάροντας έτσι μια πτώση στη φρεσκάδα και την ποιότητα.

 

Όσοι δεν καταφέρνουν να κλείσουν θέση στη Descafecol, την κύρια μονάδα αποκαφεϊνοποίησης της Κολομβίας, ενδέχεται να στείλουν τον καφέ στο Μεξικό, τη Βόρεια Αμερική ή την Ευρώπη για αποκαφεϊνοποίηση πριν τον εισαγάγουν ξανά στην Κολομβία, κάτι που αναπόφευκτα προσθέτει κόστος, χρόνο και εκπομπές άνθρακα σε κάθε επίπεδο της εφοδιαστικής αλυσίδας, καθιστώντας τον ντεκαφεϊνέ μια πιο ακριβή επιλογή.

 

Για να αποφευχθεί το πρόσθετο κόστος και να διατηρηθεί η αξία, έντονα “πλανάται” η σκέψη για μείωση στην ποιότητα στέλνοντας παλιές σοδειές ή καφέ χαμηλότερης ποιότητας για επεξεργασία αποκαφεϊνοποίησης, ενώ ορισμένοι διαχειριστές εγκαταστάσεων διστάζουν επίσης να επενδύσουν σε μεγάλη επέκταση της χωρητικότητάς τους, καθώς είναι αβέβαιο αν η έξαρση της ζήτησης για ντεκαφεϊνέ είναι μόνιμη ή παροδική.

Καθώς οι έμποροι και οι roasters χρησιμοποιούν υψηλότερης ποιότητας πράσινο καφέ για τις decaf επιλογές τους, η ποιότητα έχει πραγματικά βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, με τις μεθόδους επεξεργασίας του ντεκαφεϊνέ να διαδραματίζουν επίσης βασικό ρόλο σε αυτό.

 

Υπάρχουν τέσσερις κύριες προσεγγίσεις:  μέθοδοι με βάση διαλύτες που χρησιμοποιούν διχλωρομεθάνιο ή οξικό αιθυλεστέρα, η μέθοδος Swiss Water Process, η μέθοδος Mountain Water Process και η εκχύλιση με διοξείδιο του άνθρακα (CO2).

 

Η μέθοδος Swiss Water Process είναι μία από τις πιο δημοφιλείς, κατά την οποία οι μονάδες επεξεργασίας μουλιάζουν τους πράσινους κόκκους σε ένα διάλυμα που περιέχει όλα τα συστατικά του καφέ εκτός από την καφεΐνη, επιτρέποντας στην καφεΐνη να απομακρυνθεί με φυσικό τρόπο, ενώ οι κόκκοι διατηρούν τα γευστικά και αρωματικά τους συστατικά.

 

Ιστορικά, η αντίληψη για τη χαμηλότερη ποιότητα του ντεκαφεϊνέ καφέ ήταν ο μεγαλύτερος παράγοντας που περιόριζε τη δυναμική του στην αγορά, όμως σήμερα οι roasters σε όλο τον κόσμο προσφέρουν μια αυξανόμενη γκάμα επιλογών decaf, half-caf (με μισή καφεΐνη) και low-caf (με χαμηλή καφεΐνη), αναγνωρίζοντας τις αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες και ανταποκρινόμενoι σε αυτές.

 

Καθώς η επεξεργασία του ντεκαφεϊνέ συνεχίζει να βελτιώνεται και περισσότεροι καταναλωτές επιδιώκουν να μειώσουν την πρόσληψη καφεΐνης, οι roasters και οι καφετέριες θα πρέπει να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο καβουρδίζουν και σερβίρουν αυτούς τους καφέδες.

 

Η αρχή με πράσινο καφέ υψηλότερης ποιότητας κάνει μια προφανή διαφορά, καθώς ορισμένες μάρκες χρησιμοποιούσαν καφέ robusta χαμηλότερης ποιότητας για τον ντεκαφεϊνέ, παρά την υψηλότερη περιεκτικότητά του σε καφεΐνη σε σύγκριση με τον arabica, ενώ η χρήση καφέδων arabica single origin με δυνατότητα ανίχνευσης μέχρι το επίπεδο της φάρμας παρέχει το επίπεδο διαφάνειας που απαιτούν πλέον πολλοί καταναλωτές ντεκαφεϊνέ.