Γιατί οι παραγωγοί καφέ ενισχύουν την παρουσία τους στις μεγάλες αγορές

Γιατί οι παραγωγοί καφέ ενισχύουν την παρουσία τους στις μεγάλες αγορές

Οι παραγωγοί καφέ κάνουν ολοένα και περισσότερο αισθητή την παρουσία τους στις μεγάλες αγορές κατανάλωσης, είτε με την δραστηριοποίησή τους σε coffee shops και roasteries είτε με την ίδρυση γραφείων εισαγωγής. Με αυτόν τον τρόπο, πλησιάζουν πιο κοντά στο τελικό σημείο πώλησης – και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο κοντά στα πιο κερδοφόρα τμήματα της αλυσίδας αξίας.

 

Η μεταβολή αυτή αντικατοπτρίζει ευρύτερες αλλαγές στον κλάδο. Η μεγαλύτερη πρόσβαση στην πληροφορία της αγοράς, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι διεθνείς εκδηλώσεις καφέ έχουν μειώσει την απόσταση μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή με την πάροδο των ετών.

 

Εκτός από την ενίσχυση της ικανότητάς τους να προσθέτουν αξία, αυτή η μεταβολή μπορεί επίσης να σχετίζεται με τη μείωση της εξάρτησής τους από μεσάζοντες και την απόκτηση μεγαλύτερου ελέγχου στο πώς πωλείται, τοποθετείται και αξιολογείται το προϊόν τους στην εφοδιαστική αλυσίδα.

 

Η Gabriella Oliveira είναι Διευθύντρια Πωλήσεων Καφέ στην Cumpa GmbH και ιδρύτρια του Specius Coffee Roastery στη Βραζιλία. Με καταγωγή από τη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα και με έδρα πλέον τη Γερμανία, έχει εργαστεί στο εμπόριο πράσινου καφέ, τα logistics, τον ποιοτικό έλεγχο και τις σχέσεις με τους παραγωγούς.

 

Σύμφωνα με την Oliveira, η κίνηση περισσότερων παραγωγών να εδραιώσουν την παρουσία τους σε χώρες κατανάλωσης καθοδηγείται τόσο από οικονομικά όσο και από προσωπικά κίνητρα – μειώνοντας ουσιαστικά την απόσταση μεταξύ παραγωγών και roasters.

 

«Η μεγαλύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες της αγοράς, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι εκδηλώσεις καφέ και οι άνθρωποι από χώρες προέλευσης που μετακομίζουν στο εξωτερικό, έχουν διαδραματίσει καθοριστικό  ρόλο στη μείωση αυτής της απόστασης», λέει. «Επιπλέον, υπάρχει μια αυξανόμενη επιθυμία των παραγωγών να βρίσκονται πιο κοντά στην τελική αγορά – όχι μόνο για να πουλήσουν περισσότερο, αλλά και για να αναγνωριστούν διεθνώς».

 

Για ορισμένους παραγωγούς, η δραστηριοποίηση στις αγορές κατανάλωσης τους επιτρέπει να δημιουργήσουν ισχυρότερες εμπορικές σχέσεις με τους καβουρδιστές, οι οποίοι μπορεί, για παράδειγμα, να έχουν ευκολότερη πρόσβαση σε άμεσα διαθέσιμο απόθεμα (spot inventory) στις χώρες κατανάλωσης.

 

«Από την πλευρά ενός roaster, το να αγοράζει απευθείας από κάποιον που έχει συναντήσει αυτοπροσώπως και του οποίου οι αξίες ευθυγραμμίζονται με τις δικές του, σημαίνει κάτι παραπάνω από την ποιότητα του φλιτζανιού», λέει η Gabriella. «Και για τους παραγωγούς, είναι κυρίως οι μεγαλύτεροι, οι πιο καθιερωμένοι που έχουν φυσική παρουσία εδώ –μια αποθήκη στο Αμβούργο ή στο Λονδίνο, για παράδειγμα– και πουλούν άμεσα διαθέσιμο απόθεμα (spot inventory) απευθείας σε μικρούς και μεσαίους καβουρδιστές».

 

Ιστορικά, οι παραγωγοί καφέ θεωρούνταν συχνά πρωτίστως αγροτικοί προμηθευτές. Όλο και περισσότερο, ωστόσο, αρκετοί πλέον συστήνονται ως επιχειρηματίες, εκπαιδευτές και ιδιοκτήτες εμπορικών σημάτων (brands).

 

Αυτό αντικατοπτρίζει μια αυξανόμενη έμφαση στην ταυτότητα του παραγωγού εντός του κλάδου. Αντί να εστιάζουν αποκλειστικά στη χώρα ή την περιοχή, οι καταναλωτές αλληλεπιδρούν όλο και περισσότερο με μεμονωμένους παραγωγούς, φάρμες και μεθόδους επεξεργασίας.

 

Ταυτόχρονα, η ικανότητα επιτυχούς δραστηριοποίησης στις αγορές κατανάλωσης παραμένει άνιση. Ενώ οι μεγαλύτεροι παραγωγοί και οι συνεταιρισμοί μπορεί να έχουν την οικονομική ικανότητα να αποκτήσουν διεθνή παρουσία, πολλοί μικρότεροι παραγωγοί δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να βασιστούν στις υπάρχουσες εξαγωγικές δομές.

 

«Ο καλός καφές και ο μεγάλος όγκος παραγωγής δεν αρκούν από μόνα τους», εξηγεί η Gabriella. «Χωρίς πραγματικό όραμα και επιχειρησιακή γνώση, η άμεση πρόσβαση στις αγορές κατανάλωσης μπορεί να εγκυμονεί περισσότερους κινδύνους παρά οφέλη» καταλήγει η Oliveira.

 

Με πληροφορίες από το Coffee Intelligence